Η ατελλανή φάρσα εμφανίστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. στην Ατέλλα της Καμπανίας, μία οσκική πόλη μεταξύ της Νεάπολης και της Καπ(ο)ύης, από όπου προήλθε και η ονομασία του κωμικού αυτού είδους. Χαρακτηριζόταν από τα στοιχεία της ειρωνείας, της παρεξήγησης, των απρεπών υπονοουμένων και των χοντροκομμένων αστείων, καθώς και των έντονων σωματικών κινήσεων και χειρονομιών. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκε η τοπική οσκική γλώσσα αλλά αργότερα, όταν το είδος εισήχθη ως θέαμα στη Ρώμη, προστέθηκε και η λατινική. Στη φάση εκείνη η ατελλανή φάρσα λειτούργησε ως ἐξόδιον [exodium] στις παραστάσεις τραγωδίας, δηλαδή την κωμική εκείνη σκηνή με την οποία ολοκληρωνόταν η παράσταση μιας τραγωδίας, όπως συνέβαινε αντίστοιχα, τηρουμένων των αναλογιών, στην αρχαία Ελλάδα με το σατυρικό δράμα το οποίο επιστέγαζε την παράσταση μιας τραγικής τριλογίας.
Η διάρκεια των έργων ήταν σύντομη, και κυριαρχούσαν ο αυτοσχεδιασμός και ο σκωπτικός χαρακτήρας. Η δράση εκτυλισσότανν συνήθως σε αγροτικό χώρο και, ως εκ τούτου, επικρατούσε μία λαϊκότερη μορφή της λατινικής. Με βάση τους διασωθέντες τίτλους και τα διασωθέντα αποσπάσματα, το είδος αντλεί επίσης πρόσωπα και θέματα από τη μυθολογία, τις θρησκευτικές λαϊκές γιορτές, αλλά και την καθημερινή οικογενειακή ζωή της πόλης. Η ατελλανή φάρσα είχε στερεότυπους χαρακτήρες, με αντίστοιχα τυποποιημένα κοστούμια και προσωπεία, τους οποίους ενσάρκωναν μη επαγγελματίες ηθοποιοί. Οι τέσσερεις σταθεροί ανδρικοί τύποι ήταν ο άπληστος και αγροίκος Maccus, ο φλύαρος και λαίμαργος Bucco, ο μωροφιλόσοφος και κυφός Dossen(n)us (ίσως με εναλλακτικό όνομα Manducus) και ο ηλικιωμένος, αφελής και τσιγκούνης Pappus. Οι ατελλανές φάρσες συμπεριέλαβαν και παρωδίες μύθων και τραγωδιών (π.χ. Ανδρομάχη, Αριάδνη, Ηρακλής), ενώ ορισμένες πρέπει να επηρεάστηκαν από την ελληνική κωμική παράδοση της νέας κωμωδίας (π.χ. Εταίρα- Prostibulum, Μαστροπός- Leno κ.ά.).
Οι ατελλανές φάρσες απέκτησαν μεγάλη δημοτικότητα, με περιοδεύοντες θιάσους στους οποίους πιθανώς ανήκε και ο Titus Maccius Plautus [Τίτος Μάκκιος Πλαύτος], (περ. 254-184 π.Χ.).
Προς τα τέλη του 2ου με αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. η ατελλανή φάρσα, στο αποκορύφωμα της ακμής της, απέκτησε γραπτή και επεξεργασμένη λογοτεχνικά μορφή. Οι πιο γνωστοί συγγραφείς ατελλανών φαρσών ήταν ο Lucius Pomponius [Λεύκιος Πομπώνιος] και ο σύγχρονός του, Quintus Novius [Κόιντος Νόβιος]. Από το έργο του Pomponius σώζονται εβδομήντα τίτλοι κωμωδιών και περίπου διακόσιοι στίχοι, ενώ από το έργο του Novius διασώζονται σαράντα τέσσερις τίτλοι και εκατόν δεκαοκτώ στίχοι. Ο Pomponius ήταν ο πρώτος που προσέδωσε καλλιτεχνική ποιότητα στις ατελλανές φάρσες, καθιστώντας τες λιγότερο αυτοσχέδιες και εφοδιάζοντας τους ηθοποιούς με γραπτό κείμενο —με μετρική αντίστοιχη της ελληνικής— και μία προκαθορισμένη πλοκή, χωρίς να λείπει η επιδέξια χρήση της αγροτικής, καθημερινής και ενίοτε χυδαίας γλώσσας και της φαρσικής πλοκής. Οι περισσότεροι τίτλοι των έργων του παραπέμπουν στην απλή καθημερινότητα των Ρωμαίων και είναι γεμάτοι από τους πάγιους χαρακτήρες της ατελλανής (π.χ. Bucco Adoptatus [Ο υιοθετημένος Μπούκκος], Pappus Agricola [Ο Πάππος γεωργός], Prostibulum [Η εταίρα], Leno [Ο μαστροπός]). Ο Novius στόχευε επίσης στην πρόσδοση λογοτεχνικής αξίας σε αυτή τη μορφή δράματος, χωρίς ωστόσο να μειωθεί η λαϊκή του ποιότητα και το παραδοσιακό του δυναμικό σε στερεότυπους χαρακτήρες, οι οποίοι περιλαμβάνονταν σε πολλά επίσης έργα του (π.χ. Duo Dosseni, Buccolo, Pappus Praeteritus).
Κατά την αυτοκρατορική περίοδο η ατελλανή φάρσα διατήρησε την επικαιρική της αιχμή και μετατράπηκε σε όχημα υπαινικτικής σάτιρας εις βάρος της εξουσίας, γεγονός που προκάλεσε την επέμβαση των αυτοκρατόρων. Ο Τιβέριος [Tiberius] εξεδίωξε τους ηθοποιούς από την Ιταλία εξαιτίας των υπερβολών των ερμηνευτών της ατελλανής, μέτρο που στρεφόταν κατά των επαγγελματιών και επιβεβαιώνει την πορεία του είδους προς την επαγγελματοποίηση. Δραστικότερη υπήρξε η αντίδραση του Καλιγούλα [Caligula], ο οποίος, όπως αναφέρει ο Σουητώνιος [Suetonius], παρέδωσε στην πυρά, στο μέσο της αρένας του αμφιθεάτρου, συγγραφέα ατελλανών φαρσών εξαιτίας ενός στίχου με διφορούμενο νόημα που διασκέδασε το κοινό. Οι μαρτυρίες αυτές αποκαλύπτουν ένα είδος πλήρως ενταγμένο στη δημόσια ζωή, με πολιτικό βάρος δυσανάλογο προς τον ταπεινό λαϊκό του χαρακτήρα.
Από τον 2ο αιώνα μ.Χ. η ατελλανή υποχώρησε μπροστά στο μιμοθέατρο, το οποίο την υποκατέστησε στη λαϊκή προτίμηση. Τον 3ο και τον 4ο αιώνα οι αναφορές σε αυτήν προέρχονται κυρίως από γραμματικούς, των οποίων οι ασαφείς παρατηρήσεις μαρτυρούν έλλειψη άμεσης γνώσης του είδους, με εξαίρεση τον Νόνιο Μάρκελλο [Nonius Marcellus], που φαίνεται να διέθετε στη βιβλιοθήκη του έργα των Πομπωνίου και Νοβίου. Στη διάσωση αυτή οφείλονται τα αποσπάσματα που γνωρίζουμε σήμερα. Οι υστερότερες μνείες εντάσσονται σε παγιωμένο τόπο της πολεμικής εναντίον των θεαμάτων και δεν τεκμηριώνουν συνεχιζόμενη παραστασιακή πρακτική.
Μεταγενέστερα αποτυπώματά της συναντούμε στην κομμέντια ντελλ άρτε στα πεδία του αυτοσχεδιασμού, της τυποποίησης των προσώπων και των προσωπίδων.Η συγγένεια αφορά τους δραματουργικούς μηχανισμούς και όχι την ιστορική συνέχεια, καθώς μεσολαβεί μακρά περίοδος κατά την οποία το είδος έχει πάψει να παριστάνεται.